Σκόπιμη πρόκληση απόλυσης
12/8/2008
Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ενέχει, σε σχέση με την πλειονότητα των συμβάσεων του ιδιωτικού δικαίου, μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς συνιστά την έννομη σχέση επί της οποίας ο μισθωτός δε βασίζει απλώς την ικανοποίηση κάποιου εκ των οικονομικών του συμφερόντων αλλά τον ουσιαστικό προσπορισμό των απαραίτητων πόρων για την ίδια τη διαβίωσή του. Για το λόγο αυτό και ο νομοθέτης θέλησε να προασπίσει πρωτίστως τα συμφέροντα του εργαζομένου, κυρίως ενόψει της προοπτικής απώλειας της εργασίας του λόγω απόλυσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4558/1930, η απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος προσελήφθη με σύμβαση αορίστου χρόνου, δε δύναται να λάβει χώρα άνευ προηγουμένης έγγραφης καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, εφόσον ο χρόνος αυτής διήρκεσε πάνω από δύο μήνες.
Περαιτέρω, από το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του νόμου 3198/1955, προκύπτει, ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο ιδιωτικό υπάλληλο τη νόμιμη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μάλιστα, οι προκείμενες διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου, ώστε η εφαρμογή τους δεν μπορεί να παρακαμφθεί με βάση αντίθετη συμφωνία των μερών.
Ωστόσο, ο μισθωτός δε δικαιούται της νόμιμης αποζημίωσης στην περίπτωση της οικειοθελούς αποχώρησης του από την εργασία, δηλαδή της παραίτησής του, καθώς στην περίπτωση αυτή ο λόγος της λύσης της σύμβασης εργασίας εντοπίζεται στη δική του σφαίρα ευθύνης και όχι σε αυτή του εργοδότη του.
Εντούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη δε γίνεται με βάση τη βούλησή του αλλά "αναγκαστικά", όταν ο εργοδότης εξωθείται ουσιαστικά στην επιλογή αυτή, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εργαζομένου, ο οποίος αποσκοπεί σε αυτό το αποτέλεσμα, προκειμένου να εξασφαλίσει την καταβολή της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης, πράγμα το οποίο δε θα μπορούσε να γίνει, αν αποχωρούσε οικειοθελώς από την εργασία του.
Οι περιπτώσεις αυτές είναι προφανές, ότι εκφεύγουν της νομοθετικής πρόθεσης για την προστασία των συμφερόντων του εργαζομένου, καθώς τα αίτια της απόλυσης εντοπίζονται στη δική του πλημμελή συμβατική συμπεριφορά. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει και στις περιπτώσεις αυτές τη νόμιμη αποζημίωσή του λόγω του πραγματικού γεγονότος της απόλυσης ή αν τελικά το δικαίωμά του αυτό απόλλυται, λόγω της αυτοτέλειας της συμπεριφοράς του.
Το ζήτημα αυτό έχει οριοθετηθεί από τη νομολογία, η οποία έχει κρίνει, ότι, όταν ο υπάλληλος επιδεικνύει συμπεριφορά που συνιστά υπαίτια αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεών του, η οποία συνεπάγεται εκ των πραγμάτων και την ακαταλληλότητά του για την εργασία που προσλήφθηκε, προκειμένου να εξαναγκάσει τον εργοδότη να προβεί στην καταγγελία της σύμβασής του, τη συνέχιση της οποίας δεν επιθυμεί, για να εισπράξει την κατά νόμο αποζημίωσή του, στην οποία και μόνο αποβλέπει και την οποία δε θα δικαιούτο αν αποχωρούσε οικειοθελώς, τότε η αξίωσή του αυτή, μολονότι απορρέει από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποκρούεται με την ένσταση του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Το άρθρο αυτό έχει έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, γιατί αποβλέπει στην πάταξη της κακοπιστίας και της κακοήθειας στις συναλλαγές. Με βάση λοιπόν το πνεύμα της διάταξης αυτής, η απόληψη της εν λόγω αποζημίωσης αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Και αυτό διότι η παροχή της αποζημίωσης προβλέπεται από το νόμο από πρόνοια για τον υπάλληλο που περιέρχεται σε ανεργία, λόγω της απόλυσής του από πρωτοβουλία του εργοδότη, ενώ στην προκείμενη περίπτωση η πρωτοβουλία ανήκει στον υπάλληλο, ο οποίος δεν αιφνιδιάζεται από την απόλυσή του, καθόσον ο ίδιος έχει προμελετήσει και προκαλέσει την επέλευσή της από δικά του ιδιοτελή κίνητρα.
Εντούτοις, για τη θεμελίωση και ευδοκίμηση μιας τέτοιας ένστασης θα πρέπει να συντρέχουν τα ανάλογα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά του μισθωτού ήταν σκόπιμη και έγινε με πρόθεση να εξαναγκάσει τον εργοδότη στην απόλυσή του.
Αυτό σημαίνει, ότι, όταν ο εργοδότης διαπιστώσει πως ο μισθωτός αρχίζει αιφνίδια και χωρίς εμφανή λόγο να αδιαφορεί για την εργασία του και να παραμελεί τα καθήκοντά του, πράγμα που μπορεί να εκδηλωθεί ενδεικτικά με αδικαιολόγητες απουσίες από την εργασία, την καταβολή μειωμένης προσπάθειας και την έλλειψη επίδειξης του προσήκοντος ενδιαφέροντος για την εκτέλεσή της εργασίας του και την επανειλημμένη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, θα πρέπει να εκδηλώσει άμεσα την αντίδρασή του, και μάλιστα εγγράφως, με απλή επιστολή και ακολούθως με εξώδικη διαμαρτυρία, σε περίπτωση που δεν υπάρξει μεταβολή της συμπεριφοράς του εργαζομένου, δια της οποίας θα του επισημαίνει την αλλαγή στην εργασιακή του συμπεριφορά και θα τον προειδοποιεί για επιβολή κυρώσεων, εφόσον δε συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Πέραν τούτου όμως, με το παραπάνω έγγραφο ο εργοδότης μπορεί να προασπίσει και δραστικότερα τα συμφέροντά του, διαμηνύοντας στον εργαζόμενο, ότι η διατήρηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς από την πλευρά του θα θεωρηθεί ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας από αυτόν και συνακόλουθα ως οικειοθελής αποχώρηση από την εργασία του.
Με τον τρόπο αυτό ο εργοδότης μπορεί να ενισχύσει ουσιωδώς σε επίπεδο απόδειξης την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής του, ώστε εν τέλει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, ότι ο ενάγων μισθωτός, που αιτείται την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του λόγω απόλυσης, δεν την δικαιούται τελικά, λόγω της καταχρηστικής άσκησης του προκείμενου δικαιώματός του.