Δεδομένου ότι το χασίς (κάνναβη) δεν είναι «ακίνδυνο», εφόσον μπορεί να προκαλέσει προβλήματα μνήμης, άγχος, κρίσεις πανικού, επιδείνωση ψυχωτικών συμπτωμάτων σε ευάλωτα άτομα, και σε κάποιους ανθρώπους ακόμη και μία μόνο χρήση μπορεί να λειτουργήσει ως πυροδότης, ιδιαίτερα αν υπάρχει προδιάθεση για ψύχωση ή άλλη σοβαρή ψυχική ευαλωτότητα , ενώ και η μακροχρόνια χρήση έχει πιο ξεκάθαρες συνέπειες, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα απλοϊκό δίπολο «καλό» ή «κακό».
Από την άλλη πλευρά, όσοι υποστηρίζουν τη νομιμοποίηση συνήθως δεν ισχυρίζονται ότι είναι «ασφαλές», αλλά ότι η ποινικοποίηση δημιουργεί άλλα σοβαρά προβλήματα, όπως η μαύρη αγορά, η εγκληματικότητα, η έλλειψη ελέγχου ποιότητας, η νοθεία και ο στιγματισμός αντί της θεραπείας. Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποιείται και για το αλκοόλ και το τσιγάρο, τα οποία επίσης είναι βλαβερά, αλλά παραμένουν νόμιμα.
Άρα, ουσιαστικά είναι άτοπο να γίνεται η σύγκριση με όρους «καλού» και «κακού». Πλέον μιλάμε για έναν τρόπο διαχείρισης όλου αυτού, με δεδομένο τον τεράστιο κίνδυνο που υπάρχει ακόμη και στην πρώτη, φαινομενικά «αθώα», χρήση για ορισμένους ανθρώπους.
Ειδικά όταν αυτό ακούγεται στα αυτιά εφήβων, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη την απαραίτητη γνωστική ωριμότητα για να διαχωρίσουν σωστά τους κινδύνους .Πόσο μάλλον όταν υπάρχει ψυχιατρικό υπόβαθρο στο γενεαλογικό τους δέντρο χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν, καθώς ακόμη και σήμερα υπάρχει ντροπή ή αποφυγή στο να επικοινωνηθεί στα παιδιά ότι ένας συγγενής μπορεί να έχει ακόμη και μια «απλή» αγχώδη διαταραχή ή μια κατάθλιψη. Τότε, μια τέτοια κίνηση μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη πιο επικίνδυνα και σοβαρά αποτελέσματα.
Η απαγόρευση οδηγεί το προϊόν στη μαύρη αγορά. Στη μαύρη αγορά υπάρχει νοθεία, η οποία μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη βλάβη, και εκεί ακριβώς πρέπει να πλαισιωθεί αυτό το ζήτημα, ώστε να εξασφαλιστεί με κάποιο τρόπο η μικρότερη δυνατή επικινδυνότητα.
Επιπλέον, ελάχιστος λόγος γίνεται για τη μακροχρόνια χρήση ακόμη και της «νόμιμης» κάνναβης σε άλλες χώρες, καθώς και για τις επιπτώσεις που αυτή μπορεί να έχει στην εγκεφαλική λειτουργία και τη συνολική ψυχική υγεία των ατόμων.
Αντί, λοιπόν, ένα κράτος να επενδύει αποκλειστικά στη διαχείριση των συνεπειών, προτιμότερο θα ήταν σημαντικό μέρος των κονδυλίων να επενδυθεί στις σχολικές μονάδες και στην ουσιαστική εκπαίδευση των παιδιών.
Να μάθουν πώς να διαχειρίζονται δύσκολα συναισθήματα, ψυχική πίεση, ματαιώσεις και δυσφορία, χωρίς να καταφεύγουν στην εύκολη λύση της αποφυγής ή στην ουτοπική αντίληψη ότι η ζωή αξίζει μόνο όταν δεν περιλαμβάνει δυσκολίες και δυσάρεστα συναισθήματα.
Αυτο είναι το θέμα !Σε μια κοινωνία όπου υπάρχει τεράστιο κενό στην εκπαίδευση, δεν μπορείς να προσπαθείς να το «κουκουλώσεις» με τη νομιμοποίηση μιας ουσίας που σε οδηγεί με ακρίβεια μακροπρόθεσμα σε σοβαρά προβλήματα. Η ουσιαστική λύση δεν είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης, αλλά η πρόληψη, η ενημέρωση και η ψυχική ενδυνάμωση των ανθρώπων από νεαρή ηλικία.