Θὰ ἤθελα νὰ βάλω κάποιες παραμέτρους στὴ συζήτηση οἱ ὁποῖες πιστεύω ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν πᾶνε σὲ μιὰ σωστὴ κατεύθυνση.
Ὑπάρχει μιὰ τάση σὲ πολλοὺς ἐδῶ νὰ ταυτίζουν τὴν ἐπιστήμη μὲ τὴ φιλοσοφία οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦν τὸν «ὀρθὸ λόγο» τὶς ὁποῖες θεωροῦν ὡς ἀντιπαρατιθέμενες πρὸς τὴ «δογματικὴ» θρησκεία.
Εἶναι ὅμως σωστὸ νὰ ταυτίζουμε ἐπιστήμη καὶ φιλοσοφία; Στὰ λίγα μαθήματα φιλοσοφίας ποὺ εἶχα διδαχθεῖ στὸ πρῶτο ἔτος τῆς σχολῆς, εἶχα μάθει τὸ ἑξῆς· Ἡ φιλοσοφία εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο οἱ πάντες ἐπιδίδονται ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἀσκοῦν μόνο αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὶς εἰδικὲς γνώσεις. Ἐπίσης τὸ πόσο μεγάλος ἐπιστήμονας εἶναι κάποιος, δὲν καθορίζει τὸ πόσο καλὸς φιλόσοφος εἶναι. Νὰ τὸ πῶ πιὸ ἁπλᾶ· Ἡ φιλοσοφία τοῦ Ἀϊνστάϊν μὲ τὴ φιλοσοφία τοῦ κυρ-Μήτσου τοῦ φαναρτζῆ εἶναι ἀπολύτως ἰσόκυρη. Μπορεῖ ὁ Ἀἱνστάϊν νὰ εἶναι μεγάλος ἐπιστήμονας, ἀλλὰ μπορεῖ μὲ τὸ μικρό του μυαλὸ ὁ κυρ-Μῆτσος νὰ ἔχῃ ἀντιληφθεῖ καλύτερα τὰ μυστήρια τῆς ὕπαρξης.
Ἀπὸ αὐτὸ γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ ὅτι ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπεισέλθῃ στὰ θέματα τῆς φιλοσοφίας καὶ νὰ βγάλῃ ἐτυμηγορία γιὰ μιὰ φιλοσοφικὴ θεωρία. Ὅταν π.χ. ὁ Πλάτωνας, ἕνας κατ' ἐξοχὴν μεταφυσικὸς φιλόσοφος, ἀναφέρεται στὸν «κόσμο τῶν ἰδεῶν», πῶς γίνεται ἡ ἐπιστήμη νὰ ἀποδείξῃ ἢ ὄχι τὰ λεγόμενά του; Ὅσοι προσπάθησαν νὰ ἀντικρούσουν τὸν Πλάτωνα, ἀκόμα καὶ οἱ ὑλιστὲς φιλόσοφοι, τὸ ἔκαναν καθαρὰ μὲ φιλοσοφικοὺς ὅρους καὶ σαφῶς καὶ οἱ δικές τους θεωρίες οὐδὲν τὸ ἐπιστημονικὸ εἶχαν.
Σχετικὰ τώρα μὲ τὸν ὀρθὸ λόγο, ἔχει γίνει καὶ ἐδῶ μιὰ παρανόηση. Ὅποιος δὲν ὑποστηρίζει τὰ δόγματα μιᾶς θρησκείας, δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ὀρθολογιστής. Ὁ «ὀρθολογισμὸς» στὴν πραγματικότητα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ φιλοσοφικὰ ῥεύματα ποὺ ὑπάρχουν καὶ εἰσήχθηκε ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη μὲ τὶς περίφημες λογικὲς κατηγορίες. Ὑπάρχουν πολλοὶ φιλόσοφοι ποὺ δὲν εἶναι καθόλου Ὀρθολογιστὲς καὶ μάλιστα ἔχουν ἐπηρεάσει ἐξ ἴσου ὅσο καὶ αὐτὸς τὴν παγκόσμια σκέψη (τὸ πιὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ὁ «σκοτεινὸς» Ἡράκλειτος). Νὰ ἐπισημάνω ἐδῶ ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι, ὅσο κι ἂν χρησιμοποίησαν τὸν ὀρθὸ λόγο ὡς ἐργαλεῖο σκέψης, οὐδέποτε θέλησαν νὰ ἀπολυτοποιήσουν τὴ σημασία του καθὼς ἀντιλαμβάνονταν ὅτι ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀτελὴς γιὰ νὰ ἀντιληφθῇ τὸν κόσμο στὴν ὁλότητά του.
Ὅσον ἀφορᾷ πάντως τὴ σχέση φιλοσοφίας-θρησκείας, νὰ ἐπισημάνω ὅτι πολλὲς φορὲς αὐτὲς ἦλθαν σὲ ἀντιπαράθεση μεταξύ τους, ἀλλὰ αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι οἱ φιλόσοφοι δὲ θρησκειοποίησαν ποτὲ τὰ πιστεύω τους. Μπορεῖ οἱ μυήσεις ποὺ ἔκαναν οἱ Πυθαγόρειοι ἢ οἱ Ἐπικούρειοι νὰ μὴν εἶχαν τὸ λαϊκὸ χαρακτῆρα ποὺ εἶχε ἡ ἀρχαία παγανιστικὴ θρησκεία, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι θρησκευτικὰ φαινόμενα. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ μύηση ποὺ κάνουν διάφορες ἀποκρυφιστικὲς ὁμάδες ποὺ ἔχουν ὡς βάση εἴτε τὸν Ἀρχαῖο Γνωστικισμὸ (Τεκτονισμὸς) εἴτε Ἀνατολικὲς δοξασίες (Γιόγκα κλπ).
Σὲ ὅλες τὶς παραπάνω περιπτώσεις ἔχουμε τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντιληφθῇ μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ νοῦ του τὴν ἔννοια τοῦ θείου. Ὁ Χριστιανισμὸς ἐμφανίσθηκε στὴν ἱστορία καὶ δημιούργησε «ῥῆγμα» στὸ διαμορφωμένο μέχρι τότε τρόπο σκέψης μὲ τὰ δόγματά του. Πλέον ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ Θεὸ μὲ τὸ νοῦ του καὶ ἄρα δὲν τὸν κάνει καθ' ὁμοίωσιν δική του. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἕνα μὲ τὸ Θεὸ μὲ ὅλην του τὴν ὑπαρξη ἐφ' ὅσον ὁ ἴδιος ὁ θεὸς «κενώνεται» καὶ παίρνει τὴν ὑλικὴ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὄχι κατὰ φαντασίαν, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα καὶ χωρὶς νὰ ἀλλοιώνεται ἡ θεία φύση. Ἡ φιλοσοφία του εἶναι ἀποφατικὴ καὶ ταυτόχρονα καταφατική. Ὁ θρησκευτικός του χαρακτῆρας εἶναι σαφῶς ὑπαρκτὸς, ἀλλὰ δὲν παρέχει στὸν ἄνθρωπο ἐφησυχασμὸ καὶ τὸν καλεῖ συνεχῶς νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ἀτελὲς «ἐγὼ» καὶ νὰ μεταμορφώνῃ τὴν ὕπαρξή του κάνοντάς τη θεοειδῆ (χωρὶς ὅμως νὰ χάνῃ τὴν προσωπικότητά του ὅπως διδάσκουν οἱ μυστικιστικὲς διδασκαλίες τῆς ἀνατολῆς.
Πολὺ μελάνι χύθηκε, πολλὲς διαμάχες ἔγιναν, πολλοὶ προσπάθησαν νὰ φέρουν τὸ Χριστιανισμὸ στὰ μέτρα μιᾶς πλατωνικῆς μεταφυσικῆς (Νεοπλατωνικοί), ἄλλοι νὰ τὸν κάνουν ὑλιστικὸ ἀρνούμενοι τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ (Ἀρειανοὶ), ἄλλοι τὸν συνδύασαν μὲ τὸ Γνωστικισμὸ κλπ.
Τὸ μεγαλύτερο πάντως ὀλίσθημα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα τῆς θεολογίας, ἦταν ἡ ἐπικράτηση τῆς θεολογίας τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη ἡ ὁποῖα προέκρινε τὴ σημασία τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ προσπαθήσῃ νὰ πείσῃ γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ βασιζόμενη στὴ λογική. Ὁ Ἀριστοτέλης ἔγινε ἑνὸς εἴδους «εὐαγγέλιο» στὴ Δύση καὶ ἔτσι προσπάθησαν οἱ Δυτικοὶ νὰ «ὑποτάξουν» τὴν ἐπιστήμη στὴ διδασκαλία τῆς Θεολογίας. Αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καθὼς ἦταν ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ δύο τομεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχέωνται. Δυστυχῶς στὴν Ἑλλάδα, ἰδίως ἀπὸ τὸν 19ον αἰῶνα καὶ μετά, ἡ ὀρθολογικὴ προσέγγιση τῆς Δύσης στὸ θέμα τῆς Θεολογίας πέρασε καὶ σὲ δικούς μας Θεολόγους οἱ ὁποῖοι προσπάθησαν μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα νὰ πείσουν γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Εὐτυχῶς τὸν τελευταῖο καιρὸ ὑπάρχει ἀναγέννηση τῶν πατερικῶν σπουδῶν καὶ γίνεται πιὸ ἐμφανὲς τὸ χάος ποὺ χωρίζει τὸν τρόπο σκέψης τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὸν Παπισμὸ ὁ ὁποῖος γέννησε τὴν κάθε εἴδους ἀθεΐα (ποὺ δὲν εἶναι πάντοτε καθαρὴ ἀθεΐα, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα).
Ἐπίσης νὰ πῶ ὅτι γιὰ ἕνα θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο χύθηκαν τόνοι μελάνης ἀλλὰ καὶ αἵματος ὁμολογουμένως, εἶναι τὸ λιγότερο ἀλαζονικὸ νὰ βγαίνῃ κάποιος καὶ νὰ ἀποφαίνεται μὲ ὕφος κατηγορηματικὸ ὅτι «ἡ λογική μου δὲ χωράει τὸ Θεό, ἄρα ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει». Ποιός εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο λογικὴ καὶ πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ ἀρνῆται νὰ δῇ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ συναπαρτίζουν τὸ διάλογο καὶ νὰ ἀπομονώνῃ ἕνα θεωρῶντας το ὡς τὸ μόνο σωστὸ τρόπο προσέγγισης. Ἐπιπροσθέτως, νὰ παρατηρήσω ὅτι α οἱ περισσότεροι οἱ ὁποῖοι μὲ φανατισμὸ δηλώνουν ἄθεοι, μᾶλλον φαίνεται ὅτι θέλουν νὰ ἀντιπαρατεθοῦν πρὸς τὴν Ἐκκλησία μὲ τὶς διδασκαλίες τὶς ὁποῖες ἐμμέσως ἢ ὄχι ἔχουν μεγαλώσει. Ἐδῶ ὅμως νὰ σημειώσω ὅτι ἔτσι δὲ γίνονται περισσότεροι «ἐπιστημονικοὶ» ἢ «ἀντικειμενικοί». Ἀντιθέτως, αὐτὸ τὸ ὁποῖο βγαίνει εἶναι μονάχα ἡ ἀποστροφή τους πρὸς αὐτὴν ἡ ὁποῖα προφανῶς φανερώνει μιὰ προδιαμορφωμένη ἄποψη, πρᾶγμα τελείως ἀπρόσφορο γιὰ ἕνα γόνιμο διάλογο.
Τέλος, χωρὶς νὰ ἔχῃ κάποια διάθεση ἀποδεικτικὴ τὸ κείμενο τὸ ὁποῖο θὰ παραθέσω, θὰ ἤθελα νὰ διαβάσετε μερικὰ λόγια τοῦ μεγάλου λογοτέχνη μας Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη σχετικὰ μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἀθεΐας στὴν Ἑλλάδα...
«Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται να εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὄ,τιδηποτε . Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος να ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει να κάμῃ δημοσία τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον να φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.»
Μὲ λίγα λόγια, δὲ θὰ γίνῃ κανεὶς «πολιτισμένος» Εὐρωπαῖος ἐπειδὴ προσπαθεῖ νὰ πιθηκίσῃ τοὺς Εὐρωπαίους στὶς διδασκαλίες τους...
Σημείωση: Το μήνυμα αυτό γράφτηκε 14 χρόνια πριν. Ο συντάκτης του πιθανόν να έχει αλλάξει απόψεις έκτοτε.