κριτήριο της διαψευσιμότητας
Το κριτήριο της διαψευσιμότητας είναι μια φενάκη από τον πολύ λίγο Καρλ Πόππερ (εικάζω ότι εκεί το διάβασες πρώτη φορά και ειδικά στο βιβλίο του
Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί Της) ο οποίος στο ίδιο έργο που μιλάει για διαψευσιμότητες περνά κυριολεκτικά από το ίδιο κόσκινο τον Πλάτωνα, τον Χέγκελ και τον Μαρξ για να καταλήξει ότι είναι οι προπορεύοντες του ολοκληρωτισμού.
Ίσως το φενάκη να είναι πολύ βαρύς όρος: θα έλεγα καλύτερα "προχειρότητα". Και αυτό δεν ισχύει μόνο για το κριτήριο αυτό. Κάθε επιστημολογικό κριτήριο ουσιαστικά παράγει αξιολογικούς χαρακτηρισμούς, όσο περίπλοκα δομημένο φαίνεται το σύστημα που το "στηρίζει". Εντούτοις πρέπει καλύτερα να προβούμε σε ανάλυση της αξιολογικότητας/ηθικής για το πότε μπορούμε κάτι να θεωρούμε "ορθό" και "εσφαλμένο".
Για αυτόν τον λόγο οι πιο σπουδαίοι επιστημολόγοι ήταν οι πιο σπουδαίοι ηθικολόγοι και όχι το αντίστροφο. Πιο πολύ πείθομαι από το σύστημα του Καντ και του Χέγκελ (θα τους χαρακτήριζα ως αψεγάδιαστα μαρμάρινα διανοητικά οχυρά) παρά από τις τσαπατσουλιές του Πόππερ (ένα φιλοσοφικό σκυλόσπιτο).
Ο λόγος είναι ότι λίγο ή πολύ κάθε επιστημολογία προσπαθεί να κλείσει την "επιστήμη" (εσφαλμένος όρος, γιατί επιστήμη δεν μπορεί να είναι κάτι ακίνητο διότι είναι μια διαδικασία που συνεχώς κινείται) σε ένα "σύστημα" -δηλ. να το παγώσει στο χρόνο- και βάσει αυτού και της επαγωγικής αρχής (άλλο ένα μύθευμα των τσαπατσούλικων φιλοσόφων του καιρού μας) να "κλείσει" ουσιαστικά τη λογική σε ένα διακόπτη TRUE/FALSE.
Σύμφωνα με τον Πόππερ, "οι διαιρέσεις της μάθησης είναι πλασματικές και άκρως παραπλανητικές" (
Realism and the Aim of Science, σ. 159) επομενώς δεν μπορεί να υπάρξει "καμία κάθετη οριοθέτηση μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικής, η δε σημασία της οριοθέτησης, αν υπάρχει, δεν πρέπει να υπερεκτιμάται" (σ. 161). Επί παραδείγματι, "ακόμη και οι ψευδοεπιστήμες ενδέχεται κάλλιστα να έχουν νόημα" (σ. 189, πρώτη σειρά ακριβώς). Όμως υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους δεν είναι εντελώς μάταιο να μιλάμε για οριοθέτηση, ο ένας θεωρητικός, ο άλλος πρακτικός.
Ο θεωρητικός λόγος αφορά προβλήματα "της λογικής της επιστήμης" (σ. 161) -δηλαδή ενός γνωστικού πεδίου
περί των επιστημών, και όχι
των επιστημών. Εδώ μπορούμε να παραδεχθούμε κάλλιστα ότι το κριτήριο της διαψευσιμότητας του Πόππερ είναι τουλάχιστον
λογικά δυνατόν, ενώ τα "επαγωγιστικά" κριτήρια (υπό την ποππερική έννοια) δεν είναι: δεδομένης μιας θεωρίας και ενός συνόλου αποφάνσεων, είναι όντως "καθαρά λογικό ζήτημα" (σ. xxi) το να αποφασίσουμε εαν η θεωρία είναι διαψεύσιμη σε σχέση με το εν λόγω σύνολο,
υπό τον όρο τόσο η θεωρία όσο και οι αποφάνσεις να είναι διατυπωμένες στη γλώσσα ενός συγκεκριμένου λογικού συστήματος (με τις υπόρρητες προϋποθέσεις ρητά και λεπτομερειακά διατυπωμένες) και να έχουν μια καλώς ορισμένη ερμηνεία.
Οι επιστημονικές θεωρίες και οι πειραματικές αποφάνσεις όπως χρησιμοποιούνται από τους επιστήμονες δεν πληρούν τον όρο αυτόν. Δεν είναι ποτέ εντελώς τυποποιημένες ή πλήρως ερμηνευμένες, και το σύνολο των βασικών αποφάνσεων δεν είναι ποτέ απλώς "δεδομένο".
Βέβαια μπορούμε να πραγματευθούμε τις θεωρίες σαν να πληρούσαν όντως αυτόν τον όρο. Σε αυτή την περίπτωση η διαψευσιμότητα αποδεικνύεται όχι για πραγματικές επιστημονικές θεωρίες σχετιζόμενες με πραγματικές αναφορές πειραμάτων αλλά για καρικατούρες σε σχέση με άλλες καρικατούρες.
Από την άλλη πλευρά μποούμε να χρησιμοποιήσουμε τις επιστημονικές θεωρίες όπως αυτές χρησιμοποιούνται από τους επιστήμονες και σε αυτή τη περίπτωση το περιεχόμενο τόσο της θεωρίας όσο και του πειράματος συχνά
συγκροτείται από τις αναιρέσεις που επιτελούνται και γίνονται αποδεκτές από την επιστημονική κοινότητα, αντί να είναι
η βάση επί της οποίας μπορεί να κριθεί η διαψευσιμότητα και να πραγματοποιηθούν οι αναιρέσεις: αποσύρει κανείς μια θεωρία εξαιτίας ορισμένων δυσκολιών, και έτσι αποφασίζει τι είδους θεωρία θέλει να είναι αυτή. Ο Πόππερ κλίνει πρός την πρώτη επιλογή, τις καρικατούρες, πράγμα που σημαίνει ότι "είναι θεμιτό να τον αντιμετωπίσουμε... ως απλοϊκό διαψευσιοκράτη" για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Κουν.
Αφού δείξαμε ότι η διαψευσιμότητα στερείται ερεισμάτων στο καθαρά λογικό πλαίσιο, ας το δούμε ιστορικά (υπό το πρίσμα της αιωνιότητας α λά Καρτέσιο). "Προσφέρει [η διαψευσιμότητα] μέσα αναπροσανατολισμού της έρευνας" (σ. 162). Δηλαδή δεδομένης μιας άποψης με επιρροή, με πολλούς οπαδούς και πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της, ενδέχεται να είναι γόνιμο να παροτρύνουμε τους οπαδούς να αναζητήσουν διαψεύδουσες περιπτώσεις (σ. 163). Ωστόσο, ενδέχεται να είναι εξίσου γόνιμο να τονίσουμε τη στήριξη που απολαμβάνει μια θεωρία που απειλείται από δυσκολίες και δεν είναι σαφώς "επιστημονική" (δηλ. διαψεύσιμη). Τα περισσότερα από τα επιχειρήματα υπέρ της ατομικής θεωρίας για παράδειγμα ήταν αυτού του τύπου, και η συλλογική τους βαρύτητα ήταν αυτό που κράτησε τη θεωρία ζωντανή. Το ίδιο ισχύει και για τη νευτώνεια βαρύτητα εως και τα χρόνια του Λαπλας (ιδιαίτερα το πρόβλημα διατάραξης). Ο τονισμός της διαψευσιμότητας επομένως, είναι στην καλύτερη περίπτωση
μια από τις πολλές χρήσιμες κινήσεις της επιστήμης, που εννοείται πηγαίνει τελείως κόντρα στον δήθεν "αναρχισμό" του Πόππερ που περιορίζει την έρευνα σε
επινόηση και
επαλήθευση θεωριών.
Κατόπιν έρχεται η διάψευση. Όπως προηγουμένως, ο Πόππερ τονίζει την "αβεβαιότητα κάθε εμπειρικής διάψευσης", προσθέτει ότι αυτή την αβεβαιότητα "δεν πρέπει να την παίρνουμε υπερβολικά στα σοβαρά [...] υπάρχουν αρκετές σημαντικές διαψεύσεις που είναι τόσο "οριστικές" όσο το επιτρέπει το περιθώριο του ανθρώπινου σφάλματος" (σ. xxiii) και αποκαλεί "μύθευμα" τη βεβαίωση ότι "η διάψευση δεν παίζει κανένα ρόλο στην ιστορία της επιστήμης. Στην πραγματικότητα παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό" (σ. xxv).
Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν είναι εύκολο να αξιολογήσουμε την τελευταία απόφανση. Ο όρος "πρωταγωνιστικός" μπορεί να έχει ποσοτικό νόημα (εξ' ορισμού οι διαψεύσεις πάντα θα υπερβαίνουν κατά πολύ τον αριθμό των λοιπών συμβάντων) ή ποιοτικό νόημα (δεν υπάρχουν σημαντικές εξελίξεις δίχως διαψεύσεις), ή και τα δύο. Θα επιχειρηματολογήσω ενάντια του Πόππερ με βάση την τελευταία ερμηνεία. Και το επιχείρημά μου είναι ότι, προκειμένου να εδραιώσουμε την πρωταγωνιστική φύση της διάψευσης υπό αυτή την έννοια, απαιτείται γνώση του
ποσοστού επί τοις εκατό των επαναστατικών θεωρητικών αλλαγών, καθώς και αποφάσεις για το ποιές είναι αλλαγές πρέπει να θεωρηθούν επαναστατικές και ποιές όχι. Καμία πληροφορία δεν υπάρχει για το πρώτο ζήτημα, ενώ υπάρχει τεράστια χαλαρότητα ως προς το δεύτερο: για κάποιους ιστορικούς των μαθηματικών ο Γκόντελ ήταν επαναστάτης, ενώ κατ' άλλους, όπως ο Victor J. Katz, ήταν συντηρητικός. Για κάποιους επιστήμονες η ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν ήταν και εξακολουθεί να είναι "η θεωρία του Πουανκαρέ και Λόρεντς με μερικές προσθήκες" σύμφωνα με τον Ε. Γουιτάκερ ενώ κατ' άλλους εξακολουθεί να είναι μια τολμηρή και πρωτότυπη οπτική γωνία.
Συνεπώς, παρ' όλες τις λογικές δυσκολίες, νομίζω ότι είναι δυνατόν να δούμε πόσο επιπόλαιος και αυθάδης είναι ο ισχυρισμός του Πόππερ.
Όλα τα παραπάνω τα γράφω συγκεκριμένα για αυτό που είπες περί της διαψευσιμότητας και συγκεκριμένα περί του Πόππερ και όλων των φιλοσόφων του τάληρου και της δεκάρας της μοντέρνας εποχής που στην πραγματικότητα αποτελούν διανοητικά παράσιτα. Το ζήτημα των θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν με καίει καθόλου.