"" Πρέπει να επέλθει μία απομυθοποίηση της περιπετειώδους κ ενδιαφέρουσας (sic) φύσης τέτοιων συνηθειών, όπως της πολυγαμίας, κ ο συντάκτης είναι εδώ για προβεί σε αυτή - δεν διεκδικεί, φυσικά, δάφνες πρωτοτυπίας, καθώς η όλη ανατομία τέτοιου είδους σχάσεων έχει γίνει πολύ πριν από αυτόν κ από κάποιο πολύ πιο διεισδυτικό (sic) και πολύ πιο μοναχικό μυαλό από το δικό του (τάξεις μεγέθους "πιο") - οπότε πιο σωστά, είναι εδώ για να την αποκαλύψει με έναν ημιχαϊντεγκεριανό (i.e., σακάτη) τρόπο.
Ωστόσο, θα ζητήσει την επιείκεια του μέλλοντος να διαφωτιστεί τυχόν αναγνώστη, καθώς το όλο εγχείρημα δεν βρίσκεται παρά σε ένα προκαταρκτικό στάδιο, που οπωσδήποτε ζητά την εκλέπτυνση και εμπλουτισμό του μέσα από την ανάγνωση και αξιοποίηση διαφόρων μελετών· έχοντας αυτό κατά νου θα πρέπει να διαβαστεί ως μάλλον ένα είδος σημειώσεων προφορικής παράδοσης σε μαθητές του συγγράφοντος, όπως αυτές που κυκλοφορούν του Αριστοτέλη, και όχι ως το τελικό κείμενο.
Η πολυγαμία πρέπει να ιδωθεί υπό το φως του αναγνώσματος "Ο άνθρωπος του Πλήθους" του Πόε, τον τόνο του οποίου, ευθύς εξαρχής, δίνει το motto που φέρει (κ που ανήκει στον La Bruyère). Το μότο λοιπόν διαβάζει
Ce grand malheur, de ne pouvoir être seul, δλδ, «Αυτή η μεγάλη δυστυχία, του να μη μπορείς να είσαι μόνος» (η πλάγια γραφή, του συντάκτη).
Ο Πόε, στη συγκεκριμένη ιστορία, δεν μιλά για τίποτε άλλο πέρα από τον Άνθρωπο του Πλήθους, έναν άνθρωπο που όπως επισημαίνει στο τέλος της, αρνείται να μείνει μόνος. Ο αφηγητής κάθεται σε ένα καφενείο στο Λονδίνο κ παρατηρεί τους ανθρώπους που κυκλοφορούν σε ορδές έξω από αυτό. Σαν ένας μεταγενέστερος Δάντης και προγενέστερος Τι Ες Έλιοτ αναρωτιέται κ αυτός πού πάνε τόσες ψυχές, καθώς προχωρά σε έναν δικό του κατάλογο πλοίων, ανεβάζοντας σε καθένα ξεχωριστές κατηγορίες ανθρώπων (I looked at the passengers in masses, and thought of them in their aggregate relations. Soon, however, I descended to details, and regarded with minute interest the innumerable varieties of figure, dress, air, gait, visage, and expression of countenance).
Ξαφνικά, όμως, βλέπει να περνά έξω από το καφενείο ένας τύπος ανθρώπου, ένας γέρος, που η έκφρασή του αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του (With my brow to the glass, I was thus occupied in scrutinizing the mob, when suddenly there came into view a countenance (that of a decrepid old man, some sixty-five or seventy years of age,) — a countenance which at once arrested and absorbed my whole attention, on account of the absolute idiosyncrasy of its expression).
Αρχίζει να τον ακολουθεί για να παρατηρήσει προς έκπληξή του ότι ο γέρος είναι χαλκέντερος και από τους πιο έρημους δρόμους περνά στους πιο πυκνοδιαβατούς και τανάπαλιν, σαν κάποιο φαινόμενο αντίστοιχο του ηλεκτρισμού, αντιμετωπίζοντας αυτήν την εναλλαγή της κυκλοφορίας των φύλων σαν ένα κύκλωμα.
Όταν, κατά τη δεύτερη ημέρα της παρακολούθησης, ο αφηγητής αρχίζει να εξαντλείται, κ αφού έλθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον γέρο, θα κλείσει με το ακόλουθο κρυπτικό σχόλιο
“This old man,” I said at length, “is the type and the genius of deep crime. He refuses to be alone. He is the man of the crowd. It will be in vain to follow; for I shall learn no more of him, nor of his deeds. The worst heart of the world is a grosser book than the ‘Hortulus Animæ,’ and perhaps it is but one of the great mercies of God that ‘er lasst sich night lesen.’ ”
Τώρα, ο συγγράψας έχει μιλήσει με πολλούς αμπελοφιλοσόφους για την τελευταία αυτή παρατήρηση, και, όπως φαίνεται, δύσκολα θα ερμηνευτεί ποτέ από κάποιον σωστά. Ίσως, ίσως λέει, να μάθουμε το νόημά της κατά τη Δευτέρα Παρουσία.
Όπως και να έχει, όμως, νομίζει ότι αν βάλουμε τα γραφόμενα του Πόε απέναντι σε έναν καθρέφτη, τότε είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς ότι ο ορκισμένος αυτός εχθρός της μάζας, ο βασιλιάς φιλόσοφος χωρίς θρόνο, αναφέρεται επικριτικά, είναι κατά της πολυγαμίας. [Μάζα = Πολυγαμία]
Ας δούμε καλύτερα - το πρόσωπο με πρόσωπο της συνάντησης με τον γέρο δεν είναι παρά το κλειδί για να διαβαστεί το κείμενο στην αντικατοπτριζόμενη διάστασή του. Όλα πρέπει να ερμηνευτούν σαν να είμαστε απέναντι σε έναν καθρέφτη. [Η ανάγνωση, όταν προχωρά μέσα από τον καθρέφτη εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο ο αναγνώστης να βάλει πάντα απέναντί του τον δικό του καθρέφτη με ό,τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται για τον αγαπημένο δρόμο του Πόε, αυτόν της deduction]
Κατά συνέπεια το motto, στην περίπτωση των mammals που επιδίδονται σε αυτό το Geschlechtsverkehr που μοιάζει με traffic jam, διαβάζεται ως ακολούθως
Ce grand bonheur, de ne pouvoir être seul (έχει προταθεί κ το ce grand malheur de pouvoir être seul, αλλά ο συντάκτης πιστεύει πως δεν πρέπει να το παρακάνουμε με τα αρνητικά πρόσημα ne, pas κλπ), δλδ "αυτή η μεγάλη ευτυχία, του να μη μπορείς αν είσαι μόνος." Στην ψυχολογία του πλήθους (κάτι που φυσικά δεν υφίσταται, αφού ψυχολογία μόνο ένα πρόσωπο μπορεί να έχει, κ το πρόσωπο χάνεται στο πλήθος, το δε πλήθος μόνο χυψολογία μπορεί να αναπτύσσει καθώς εκλείπει ακόμη και η ελάχιστη καρτεσιανή συντεταγμένη για τον εντοπισμό έστω κάποιου αμυδρού συναισθήματος εντός του κλπ), η γνωριμία, με τη Βιβλική έννοια, με άλλα άγνωστα πλάσματα προσφέρει μία, διάστασης πολιτικής οικονομίας, ηδονή.
Ευθύς εξαρχής λοιπόν ο Πόε μας δίνει την αντανάκλαση μέσα από την οποία οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται σχέσεις θηλαστικών, μία ευτυχία που φιλοσοφικά ιδωμένη δεν μπορεί παρά να είναι ένα ωφελιμιστικό άθροισμα (aggregate). Και είναι φυσικό, οι Άγγλοι φιλόσοφοι του 18ου αιώνα όντες οι ίδιοι ανίκανοι να νιώσουν οτιδήποτε ανθρώπινο [κάτι που ο Ντίκενς επεσήμανε] τα φόρτωσαν όλα στην ανθρωπότητα]
Ο αφηγητής συνεχίζει
[…] found myself in one of those happy moods which are so precisely the converse of ennui — moods of the keenest appetency, when the film from the mental vision departs — the αχλυς ος πριν επηεν — and the intellect, electrified, surpasses as greatly its every-day condition, as does the vivid yet candid reason of Leibnitz, the mad and flimsy rhetoric of Gorgias [αχλύς οπωσδήποτε να δει κανείς το Ομηρικό Λεξικό Πανταζίδη]
Μας κλείνει λοιπόν το μάτι, καθώς, αν κ στο κείμενο, έχοντας συνέλθει από κάποιου είδους ασθένεια, βρίσκεται σε ένα happy mood αντίστροφο της βαρεμάρας, όπου η ἀχλύς, η αιώνια νύχτα, έχει υποχωρήσει, στον καθρέφτη βρίσκεται φυλακισμένος ανάμεσα σε ζώα polyamorous, τα οποία όπως βλέπουμε ταξινομεί στη συνέχεια, λίγο σαν τον Judge Holden, με την αιώνια νύχτα τους να μην του επιτρέπει να δει καλύτερα πέρα από το άθροισμά τους.
Τα κύματα των ανθρώπων εναλλάσσονται με τις παρατηρήσεις του αφηγητή για το σκοτάδι που πέφτει σιγά-σιγά και τις καιρικές συνθήκες.
(But, as the darkness came on, the throng momently increased […]
[…] the tumultuous sea of human heads filled me, therefore, with a delicious novelty of emotion
[…] It was now fully nightfall, and a thick humid fog hung over the city, soon ending in a settled and heavy rain. This change of weather had an odd effect upon the crowd, the whole of which was at once put into new commotion, and overshadowed by a world of umbrellas)
Μία διεστραμμένη νίκη του έρωτα, προειδοποιεί ο Πόε, σε αυτήν την ου-τοπική Alphaville, συνυφασμένη με μία αλλαγή στον καιρό, καθώς, πλέον έχοντας δει αυτόν τον περίεργο τύπο, αρχίζει να τον ακολουθεί, βλέποντας τον να εισχωρεί σε στενά σοκάκια με αρουραίους κ από εκεί σε πλατιές λεωφόρους με τρωκτικά κοκ (πρέπει να βλέπουμε στα σοκάκια λεωφόρους και στις λεωφόρους σοκάκια, έχοντας κατά νου τον καθρέφτη).
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις διαβεβαιώσεις του στην αρχή περί της αχλύος που υποχωρεί κλπ, η περιγραφή του καιρού μαρτυρά ακριβώς το αντίθετο, όσο περισσότερο εισχωρεί ανάμεσα στο πλήθος, τόση μεγαλύτερη η συσκότιση.
Όταν πια στο τέλος του σύντομου αφηγήματος θα δει κατά πρόσωπο τον άνθρωπο του πλήθους θα συνοψίσει λοιπόν, το επαναλαμβάνουμε καθώς είναι το πλέον κομβικό σημείο, το διαβόητο σταυροδρόμι της αγοραπωλησίας των ψυχών και των σωμάτων και το δάσος του Young Goodman Brown
“This old man,” I said at length, “is the type and the genius of deep crime. He refuses to be alone [without others hiding him [σημ. συντάκτη - το μέσα στις αγκύλες κείμενο είναι προσθήκη του συγγράφοντος]]. He is the man of the crowd. It will be in vain to follow; for I shall learn no more of him, nor of his deeds. The worst heart of the world is a grosser book than the ‘Hortulus Animæ,’ and perhaps it is but one of the great mercies of God that ‘er lasst sich night lesen.’ ”
Ας δούμε, λοιπόν, τι πρέπει να διαβάσουμε.
This young man I said at length, “is not the type and the genius of deep crime. Ηe refuses to be alone [with his pronouns]. He is the man of the crowd. It will be in vain to follow; for I shall learn no more of her, nor of her deeds. The worst heart of the world is a grosser book than the ‘Hortulus Animæ,’ and perhaps it is but one of the great woes of God that "er lasst sich nicht lesen.’ ” ""