Για τους περισσότερους μελετητές,
ένστικτο είναι μια συμπεριφορά ή μια σειρά συμπεριφορών ή μια αντίδραση σε εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα, που είναι έμφυτη, αναγκαστική, μεταφέρεται κληρονομικά από γενιά σε γενιά και υπάρχει σε όλα τα άτομα του ίδιου είδους.
Δεν είναι προϊόν μάθησης και γίνεται για έναν σκοπό, για την ικανοποίηση μιας ζωτικής ανάγκης, χωρίς τη συμμετοχή της συνείδησης.
Είναι μια έμφυτη παρόρμηση που ρυθμίζει τις ενέργειες του ανθρώπου, ανεξάρτητα από βουλητικές ή συνειδητές λειτουργίες.
Ο Θάνατος από μόνος του, είναι η παύση των ζωικών λειτουργιών ενός οργανισμού. Είναι η φυσική κατάληξη κάθε ζωντανού οργανισμού. Είναι ένα σύμπτωμα της ζωής!
Στην ερώτηση που απηύθυνα στη Νεράιδα ρώτησα γιατί θεωρεί το
φόβο προς το θάνατο -για τον οποίο συζητάμε σε αυτό το θέμα- ενστικτώδη. Με αυτό σαν βάση, θεωρώ πως η απάντηση περί Freud δεν λύνει το ζήτημα αφού ο Freud δεν αναφέρεται στο φόβο των ανθρώπων προς το Θάνατο.
Ο Freud επηρεασμένος από τις θεωρίες του Δαρβίνου, σε αντίθεση με την κραταιά άποψη, συγκέντρωσε σε μια ομάδα τα ένστικτα του Εγώ και τα σεξουαλικά ένστικτα και τα ονόμασε 'Ερωτα (Eros) ή ενορμήσεις της ζωής. Στον αντίθετο πόλο τοποθέτησε το ένστικτο του θανάτου. Σαν ένστικτο θανάτου εννοούσε μια παρόρμηση
αυτοκαταστροφής, που τη θεωρούσε εκδήλωση μιας συντηρητικής τάσης, έμφυτης σε όλες τις ζωτικές διεργασίες -την επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση.
”Σκοπός κάθε ζωής είναι ο θάνατος ...τα άψυχα πράγματα υπήρχαν πριν από τα ζωντανά...”*.
Δηλαδή υποστήριξε την επιδίωξη του οργανισμού να πεθάνει ή να επιστρέψει στην ανόργανη κατάσταση.
Αν και αργότερα ο Freud κατάληξε να δεχτεί την ύπαρξη του ενστίκτου του θανάτου ως γεγονότος, όταν τη διατύπωσε για πρώτη φορά πίστευε ότι αυτή η έννοια είναι καθαρά υποθετική. Είναι αλήθεια ότι βασίζεται σε ορισμένους αμφίβολους συλλογισμούς, έχει αποτελέσει σημαντικό ζήτημα διαφωνίας και αμφισβητείται από πολλούς σύγχρονους ψυχαναλυτές.
Ακόμη κι αν δεχτούμε όμως τη θεωρία του Freud, οι σύγχρονοι μελετητές των ενστίκτων, μας λένε πως ενώ παίζουν κάποιο ρόλο στην παιδική ηλικία, ατονεί η λειτουργία τους αργότερα, εξαιτίας της ανάπτυξης της κρίσης και της διαδικασίας μάθησης. Ο W.McDugall, όπως και ο Μαλινόφσκι, επισημαίνουν ότι η ενστικτώδης συμπεριφορά του ανθρώπου είναι πιο ελαστική και λιγότερο άκαμπτη, ακριβώς λόγω του ότι υφίσταται την έντονη επίδραση της
μάθησης.
Όσο ένα ζώο είναι λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει με δική του πρωτοβουλία τις ανάγκες της ζωής, τόσο τελειότερα συγκροτημένα και πιο παγιωμένα παρουσιάζονται τα ένστικτά του. Αυτά έρχονται να αντικαταστήσουν τη λογική.
Ενώ όσο ψηλότερα στη ζωολογική κλίμακα είναι, τόσο "πλαστικότερα" είναι τα ένστικτά του και επομένως τόσο περισσότερο υπόκεινται σε τροποποιήσεις.
Η ιστορία μας διδάσκει πως οι άνθρωποι δεν αντιμετώπιζαν σε όλες τις εποχές το θάνατο με τον ίδιο τρόπο!
Αυτό αποδεικνύουν οι μελέτες του γνωστού ιστορικού Philip Aries, συγγραφέα ενός εμβριθούς βιβλίου για τη στάση του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο, από το Μεσαίωνα ως τις μέρες μας. Σύμφωνα με τον Aries, κατά τον όψιμο Μεσαίωνα
ο θάνατος ήταν ένα συμβάν που δεν προκαλούσε φόβο, αλλά αντίθετα ήταν ένα οικείο και δημόσιο γεγονός. Ο μελλοθάνατος δεν πρόβαλε αντίσταση. Ξάπλωνε στο κρεβάτι και προετοιμαζόταν για το μεταθανάτιο ταξίδι του, εγκαταλείποντας το μέλλον του στη θεία βούληση.
Κατά το 12ο και 13ο αιώνα εμφανίζεται μια νέα συλλογική ιδέα για το θάνατο. Σ´ αυτή την εποχή η έμφαση δίνεται σʼ εκείνα που θα συμβούν μετά: η έσχατη κρίση, η τιμωρία ή η ανταμοιβή στην άλλη ζωή.
Κατά το 16ο και 18ο αιώνα η θρησκεία αρχίζει προοδευτικά να χάνει έδαφος και ο θάνατος μεταμορφώνεται σε φυσικό φαινόμενο. Ταυτόχρονα όμως αρχίζει νʼ απομακρύνεται από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων ή, πιο σωστά,
οι άνθρωποι άρχισαν να αποξενώνονται από την εμπειρία του θανάτου. Τα κοιμητήρια, που μέχρι τότε ήταν μέσα στις πλατείες, άρχισαν να εκτοπίζονται έξω από τις πόλεις. Έγιναν τα ψυχρά νεκροταφεία του παρόντος. Από τα μέσα του 20ού αιώνα ο θάνατος γίνεται κάτι ακόμα πιο απόκρυφο, αφού στέλνουν το μελλοθάνατο στο άσυλο ή στο νοσοκομείο.
Ο Ίρβιν Γιάλομ, σε συνέντευξη για το βιβλίο του «Κοιτάζοντας τον Ήλιο» αναφέρει τους λόγους που επέλεξε αυτόν τον τίτλο:
-
Τον διάλεξα για να υπογραμμίσω πως πάντα μας μάθαιναν να μην κοιτάμε καταπρόσωπο τον ήλιο ή τον θάνατο. Νομίζω όμως πως το να φοβόμαστε καν να σκεφτούμε αυτό το πράγμα και να το κρατάμε καταπιεσμένο είναι μια κακή ιδέα. Το να κοιτάμε τον θάνατο στα μάτια, το να μαθαίνουμε από τον θάνατο είναι ένα τελείως διαφορετικό πράγμα. Μπορεί να εμπλουτίσει τη ζωή μας.
Το ίδιο ακριβώς μας παροτρύνει να κάνουμε και ο "τυπάς" Δον Χουάν όταν λέει:
Το να φοβόμαστε για την απώλεια αγαπημένων μας προσώπων αλλά να αδιαφορούμε για το δικό μας θάνατο ακούγεται αντιφατικό, αφού είμαστε η απώλεια κάποιου άλλου. Αφού ο θάνατός μας, θα προξενήσει πόνο σε όσους μας αγαπούν.
Είναι η δική μας ύπαρξη που πλήττεται γιʼ αυτό και το θάνατο αυτόν τον ονομάζουμε “απώλεια”. “Έχασα” λέμε, “το αγαπημένο πρόσωπο”. Στην πραγματικότητα αυτό που μας τρομάζει είναι το κενό που αφήνει ένας τέτοιος θάνατος στη δική μας ζωή και λιγότερο (ή περισσότερο καθώς ο χρόνος περνά) αναλογιζόμαστε πόσα ακόμα είχε να ζήσει αυτός που έφυγε απʼ τη ζωή...
Όπως και να ʽχει, δεν υπάρχει σωστή και λάθος αντιμετώπιση στο θέμα του θανάτου και φόβοι σαν αυτόν δε μπαίνουν στη ζυγαριά.

Όπως όμως είπε ο Καζαντζάκης: “Δεν πρέπει να επιτρέψεις στο θάνατο να σου πάρει τίποτα παρά μονάχα λίγα κόκαλα”.
Πηγές:
Περιοδικό
Focus
Komvos.edu Stevens, R. 1987. Φρόυντ και ψυχανάλυση
Νέα Ακρόπολη Ενστικτα
Εφημερίδα Καθημερινή «Ο Φρόιντ έκανε ένα τεράστιο λάθος»
*Το ένστικτο του θανάτου μπορεί να εκφραστεί με μια δυνητικά αυτοκαταστροφική συμπεριφορά -όπως έκθεση σε περιττούς κινδύνους, εθισμό στο οινόπνευμα ή στα ναρκωτικά και απόπειρες αυτοκτονίας. Ο Φρόυντ θεωρούσε ότι, όπως και η σεξουαλική ενόρμηση, το ένστικτο του θανάτου μπορεί κι αυτό να εκφραστεί με έμμεσο τρόπο -λ.χ. να στραφεί προς τα έξω με τη μορφή επιθετικότητας.