Θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις επί του κειμένου του Μητροπολίτη Ναυπάκτου, το οποίο κατατέθηκε στη συζήτηση:
Πρέπει νά πῶ, ὅτι δέν ἔχω ἐντοπίσει ἀπόφαση Οἰκουμενικῆς καί Τοπικῆς Συνόδου πού νά καταδικάζη τήν καύση, ἀκριβῶς γιατί δέν διανοήθηκε κανείς νά θέση ζήτημα καύσεως τῶν σωμάτων.
Το ότι καμμία Οικουμενική Σύνοδος δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της καύσης ή της ταφής των νεκρών, σημαίνει αυτόματα ότι τουλάχιστον δεν πρόκειται για σημαντικό δογματικό ζήτημα, στο οποίο η Ορθόδοξη εκκλησία δεν είναι δυνατόν να υποχωρήσει. Η δικαιολογία του ότι δεν διανοήθηκε κανείς να θέσει τέτοιο ζήτημα δεν ευσταθεί. Ο χριστιανισμός, σύμφωνα με την εντολή του ίδιου του Ιησού Χριστού, φιλοδοξούσε να διαδοθεί σε όλα τα έθνη, όλης της οικουμένης. Άπαντες γνώριζαν πως υπάρχουν έθνη που καίνε τους νεκρούς τους, ή που τους έκαιγαν στο παρελθόν, συνεπώς εάν το ζήτημα ήταν κρισίμου σημασίας φυσικά και θα είχε καλυφθεί.
Στην περίπτωση αυτή, ο Μητροπολίτης υποπίπτει σε μια σοβαρή αντίφαση, η οποία αγγίζει τα όρια της αίρεσης: Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε τις Οικουμενικές Συνόδους ως Θεόπνευστες και τις αποφάσεις τους ως αλάθητες, ενώ από την άλλη πλευρά να τους χρεώνουμε μια τόσο σημαντική παράλειψη, εάν φυσικά το ζήτημα ήταν όντως σημαντικό. Εφόσον ήταν θεόπνευστοι οι πατέρες που συμμετείχαν στις συνόδους αγαπητοί μου, το Άγιο Πνεύμα θα τους έκανε να "διανοηθούν" κάθε σημαντική πτυχή του δόγματος. Ο σεβαστός Μητροπολίτης εδώ εμμέσως ακυρώνει το αλάθητο των Συνόδων, ειδάλλως ακυρώνει τη σημαντικότητα του ζητήματος της καύσης των νεκρών.
Ἐμμέσως μπορεῖ κανείς νά χρησιμοποιήση τό Ἀποστολικό χωρίο: "εἴ τις τόν ναόν φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός" (Α´ Κορ. γ´, 17), πού εἶναι ἐναντίον κάθε "κακοποιήσεως" τοῦ σώματος.
Πράγματι, το ανθρώπινο σώμα είναι ο ναός της ψυχής. Όταν όμως η θεότης δεν κατοικεί πλέον εκεί, ο ναός δεν αποτελεί πλέον ιερό, αλλά ένα απλό κτίσμα, υφιστάμενο τη φθορά της εντροπίας και του πανδαμάτορος χρόνου. Υπάρχει περίπτωση ο Θεός να φθείρει άραγε τον χρόνο και την εντροπία; Καταράστηκε ποτέ ο Κύριος τα βακτήρια και τα σκουλήκια που φθείρουν κατά δική Του εντολή το νεκρό σώμα;
Θα ήθελα επίσης να σημειώσω, ότι κατά τη γνώμη μου το χωρίο αυτό αναφέρεται στο ζωντανό κι όχι στο νεκρό σώμα. Ακόμη κι έτσι όμως θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: Έφθειρε ποτέ ο Θεός την Ορθόδοξη και την Καθολική Εκκλησία οι οποίες έκαιγαν τους ανθρώπους ζωντανούς;
Ὁ Σπυρίδων Μακρῆς ἀναφέρει ὅτι μόνο στόν Τερτυλλιανό συναντοῦμε σαφῆ θέση ἐναντίον τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλά δέν μπόρεσα νά ἐντοπίσω τό χωρίο αὐτό.
Συνεπώς, είναι ψευδές ότι η μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας απαγορεύει ρητώς και κατηγορηματικώς την καύση των νεκρών. Ο σεβαστός Μητροπολίτης καταφέρνει ασθμαίνοντας να βρει μία ρητή εκκλησιαστική καταδίκη της καύσης των νεκρών μόλις από το 1960 κι αυτή από την ίδια την Εκκλησία της Ελλάδος!!
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει μιά συγκεκριμένη ἀρχή καί βέβαια δέν ἔχει τέλος, γιατί ἔτσι τό θέλησε ὁ Θεός. Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι κάθε κτιστό πού ἔχει ἀρχή ἔχει καί τέλος, ὅμως αὐτό δέν ἰσχύει γιά τόν ἄνθρωπο, σύμφωνα μέ τήν βούληση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, αὐτή ἡ σχέση τῆς ψυχῆς πρός τό σῶμα εἶναι πολύ δυνατή καί μποροῦμε νά τήν δοῦμε μέσα ἀπό τήν ὀντολογία τοῦ ἀνθρώπου, τήν διαδικασία τοῦ θανάτου, ἀλλά καί τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου μετά τόν θάνατό του, δηλαδή μετά τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, καθώς ἐπίσης καί μέσα ἀπό τήν ἐκ νέου ἕνωση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα.
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη θεολογική προσέγγιση του σεβαστού Μητροπολίτη, δεν έχει τέλος, γιατί έτσι το θέλησε ο Θεός. Κάθε κτιστό έχει τέλος, αυτό όμως δεν ισχύει για τον άνθρωπο, σύμφωνα με τη βούληση του Θεού. Ωστόσο, αποτελεί κοινή εμπειρία το ότι το ανθρώπινο σώμα υπόκειται στη φθορά του χρόνου καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και φυσικά και μετά θάνατον, ακριβώς όπως συμβαίνει με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Τα οστά που παραμένουν μετά τη διαδικασία της σήψης, λίγα μόλις χρόνια από το θάνατο, δεν περιέχουν τίποτε το οργανικό, παρά μόνο κάποια ανόργανα άλατα του ασβεστίου, όπως περίπου και οι πέτρες.
Εάν λοιπόν ο Θεός, σύμφωνα με τη βούλησή Του, επέλεγε το σώμα του ανθρώπου να μην έχει τέλος, τότε τα σώματα των ανθρώπων θα ήταν άφθαρτα και θα περίμεναν υπομονετικά την Ανάσταση των νεκρών για να περπατήσουν και πάλι στη Γη. Είναι λοιπόν προφανές, ότι η θεολογική αρχή στην οποία αναφέρεται ο σεβαστός Μητροπολίτης, ισχύει μόνο για την ψυχή και όχι για το προφανώς φθαρτό σώμα.
Θα ήθελα παρεμπιπτόντως να ρωτήσω, αφού δεν γνωρίζω, ποια ακριβώς πιστεύει η Ορθόδοξη θεολογία ότι είναι η ανθρώπινη ζωή μετά το θάνατο και μέχρι την προσδοκώμενη Ανάσταση;
Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν δημιουργία του εἶναι μιά συγκεκριμένη ὑπόσταση - πρόσωπο, πού διαφέρει ἀπό κάθε ἄλλη ὑπόσταση. Καί ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου δέν συγκεκριμενοποιεῖται καί δέν περιορίζεται στήν ψυχή, ἀλλά ἐπεκτείνεται στήν ὅλη ὕπαρξή του. Εἶναι σημαντικά ὅσα ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς καί Φιλόσοφος, δίδοντας τόν ὁρισμό τοῦ ἀνθρώπου: "τί γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ' ἤ τό ἐκ ψυχῆς καί σώματος συνεστός ζῶον λογικόν; Μή οὖν καθ' ἑαυτήν ψυχή ἄνθρωπος; Οὔ, ἀλλ' ἀνθρώπου ψυχή. Μή οὖν καλοῖτο σῶμα ἄνθρωπος; Οὔ, ἀλλ' ἀνθρώπου σῶμα καλεῖται". Καί συνεχίζει, γιά νά πῆ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν καλεῖται γιά ἕνα ἀπό αὐτά, δηλαδή γιά τήν ψυχή ἤ γιά τό σῶμα, ἀλλά "τό ἐκ τῆς ἀμφοτέρων συμπλοκῆς καλεῖται ἄνθρωπος".
Όταν λοιπόν η ψυχή δεν συμπλέκεται πλέον με το σώμα, το σώμα καλείται άνθρωπος; Η ψυχή καλείται άνθρωπος; Παρατηρώ ένα τεράστιο λογικό κενό στο σημείο τούτο. Είναι προφανές ότι και πάλι ο σεβαστός Μητροπολίτης χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα το οποίο αναφέρεται στον άνθρωπο εν ζωή.
Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει το εξής σημαντικό πρόβλημα: Ο άνθρωπος είχε ψυχή πριν από την εγκαθίδρυση του παρόντος χριστιανικού πολιτισμού, ή και του πολιτισμού γενικότερα. Εάν το νεκρό σώμα ταφεί κανονικά, όμως δεν ληφθεί μέριμνα για την ανάσυρση και φύλαξη των οστών του, τα οποία όπως προανέφερα δεν διατηρούν τίποτε το οργανικό λίγα χρόνια μετά το θάνατο, αλλά αυτά παραμείνουν θαμμένα στο χώμα, είναι απολύτως βέβαιο ότι σε μερικούς αιώνες θα εξαφανιστούν κι αυτά, λόγω γεωλογικών διαδικασιών αποσάθρωσης. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν ανευρίσκονται οστά ανθρώπων από την προϊστορική εποχή, παρά μόνο στις σπάνιες περιπτώσεις όπου αυτά έχουν, και πάλι λόγω γεωλογικών συνθηκών, απολιθωθεί.
Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν εδώ είναι το εξής: Οι άνθρωποι εκείνοι, που έζησαν πριν από την αυγή του πολιτισμού, δεν πρόκειται ν' αναστηθούν και να κριθούν;
Οι ψυχές τους, που είναι αθάνατες, δεν θεωρούνται πλέον ανθρώπινες ψυχές, αφού δεν διασώζονται πλέον ούτε τα οστά τους;
Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἱερός Δαμασκηνός στά νεκρώσιμα τροπάριά του, μιλώντας γιά τό ἄψυχο σῶμα, πού βρίσκεται στόν τάφο, τό ὀνομάζει κατ' εἰκόνα Θεοῦ: "καί ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τήν κατ' εἰκόνα Θεοῦ φθαρεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον μή ἔχουσαν εἶδος". Δηλαδή, τό νεκρό σῶμα εἶναι καί λέγεται κατ' εἰκόνα Θεοῦ. Αὐτό δέν νοεῖται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ Θεός ἔχει σῶμα, ἀλλά μέ δύο σημασίες. Πρῶτον, ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνηνθρώπησε, εἶναι τό πρωτότυπο καί τό ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, καί δεύτερον, ὅτι, ὅπως ὁ Θεός ζωοποιεῖ τήν κτίση ὁλόκληρη, ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ζωοποιεῖ τό συνημμένο σῶμα.
Δυστυχώς για το σεβαστό Μητροπολίτη το απόσπασμα δεν αναφέρει το νεκρό σώμα ως εικόνα Θεού, μάλλον έχει χαθεί στη μετάφραση. Μιλάει για την ανθρώπινη ωραιότητα εν ζωή, την κατ' εικόνα Θεού, η οποία φθείρεται στον τάφο, επιβεβαιώνοντας όχι αυτά που θέλει εκείνος να υποστηρίξει, αλλά όσα εγώ υποστηρίζω στις παραπάνω παραθέσεις μου. Εδώ το επιχείρημα γυρνάει και δαγκώνει την ουρά του και λυπάμαι ειλικρινά για τούτη τη "σοφιστεία", η οποία δεν τιμά έναν πνευματικό άνθρωπο.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, αφού δεν το θεωρώ αναγκαίο, μιας και τα παρακάτω επιχειρήματα του σεβαστού Μητροπολίτη στηρίζονται στα όσα παραπάνω σχολίασα. Θα παρακαλούσα τους αγαπητούς συνομιλητές, εάν δεν μπορούν να καλέσουν το Μητροπολίτη να συζητήσει ο ίδιος μαζί μας, να παραθέσουν τις δικές τους απόψεις επί των παρατηρήσεών μου.