Όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, υπήρξαν πριν τα γνωρίσει. Αλλά υπάρχουν και εκείνα που ακόμη ο άνθρωπος δεν γνώρισε. Πρώτʼ απʼ όλα, ο Θεός. Υπάρχει ή δεν υπάρχει; Οι προ-ρωμαϊκοί Αθηναίοι έφτιαξαν το άγαλμά Του, αλλά δεν δήλωσαν ποτέ ρητά, αν πιθανολογούσαν, σχετικά.
Η ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης αρχίζει απʼ το σημείο, όπου τερματίζει η αποδοχή του μύθου και γεννιέται η αμφιβολία. Υπάρχει όμως ήδη παγιωμένη η σοφιολογική παραδοχή, ότι η άγνοια δεν είναι πιο αληθινή, απʼ την ανυπαρξία. Άγνοια και ανυπαρξία, είναι μεταξύ τους, αντιστρόφως ανάλογες. Γιʼ αυτό, όσο υπάρχει άγνοια, άλλο τόσο, δεν νοείται ανυπαρξία.
Η σοφιολογία, από ιστορική και γενικά «αποκαλυπτική» άποψη, φαίνεται να έχει τις καταβολές της στα «προϊστορικά χρόνια». Μέσα από το σκοτεινό τους σπήλαιο, η μαγεία και το ιερό ξεπροβάλλουν και συνυπάρχουν, στο «σοφό». Η σοφία ορίζει, έκτοτε, την ανθρώπινη αντίληψη (και «συνειδητότητα»), για το βέβαιο. Μόνον η βεβαιότητα μπορεί να υπάρχει ως έδρα της σοφίας. Στην παραδοχή αυτή συγκλίνουν μαζί, «θετικές» και «αρνητικές», οι πεποιθήσεις των ανθρώπων, για το θείο. Εφόσον υπάρχει η σοφία, δεν γίνεται να μην υπήρχε πριν, την «αναγνωρίσουμε». Ποιος την κατείχε όμως;
Η ύπαρξη του θείου ως προϋπόθεση, για την προΰπαρξη του σοφού, είναι «στενή οδός» που, οι γνωστοί (στους Ιστορικούς) σοφοί, προτίμησαν να μη διαβούν,
ιδία βουλήσει. Φαντάζει ως το πιο πυκνό σημείο σκότους, όπου η έννοια «φως» απαιτεί και γίνεται, απεριόριστα αόριστη. Αυτή και μόνον αυτή, η «απεριόριστη αοριστία», γεννάει την «αθωότητα», κάθε άγνοιας. Είναι η αθωότητα που ενυπάρχει, στο πιο χαρακτηριστικό σημείο συμπεριφοράς του ιστορικού ανθρώπου, κατά την «αγοραία συναλλαγή» του: η πίστη.
Πίστη εν αμαρτία δεν κάνει αγορά, αλλά, μαυραγορά. Μαυραγορίτες, διαφαίνεται απʼ τα «προϊστορικά χρόνια» ακόμη χρόνια, ήταν άνθρωποι που ξεγύμνωναν τους νεκρούς και «μεταπωλούσαν» τα «λάφυρά» τους, στην «μαύρη Αγορά». Η πίστη ανήκει στις υπάρξεις εκείνες, που δεν γνωρίζονται, αλλά αναγνωρίζονται. Η πίστη σημαίνει πάντα και αξίζει, όσο και η αλήθεια. Η «πίστη σου σε έσωσε»!
Η πίστη μαζί με την αθωότητα, μάνα και κόρη θαρρείς, ισορροπούν την αλήθεια τους, με την αποδοχή του θείου, ως πρώτη προϋπόθεση των πάντων. Για όποιον δεν «έχει χρείαν», τόσο «μακρινής προϋπόθεσης», συνήθως, δεν «το φιλοσοφεί». Παραγνωρίζοντας ίσως(

, ότι έτσι κρίνεται, και από την πίστη του και για την αθωότητά του. «Ένας Θεός ξέρει….»
[FONT="][1][/FONT] όμως, πως! Στην απεριόριστη αοριστία συγκατοικούν, Θεός και Χάος. Η πλέον οριακή αίσθηση της ζωντάνιας, το ρίγος μετά από αγωνία, θα μπορούσε να θεωρηθεί, μία «ενδεικτική υποψία προσέγγισης της ανθρώπινης «συνειδητότητας», στην «κατάσταση πραγμάτων» του…οίκου εκείνου!
Η ιστορία και ο ιστορικός άνθρωπος, διαφαίνεται να εξέρχονται από το στόμιο ενός σπηλαίου, που στα σκοτεινά του έγκατα ανήλθαν οι πρόγονοί τους, ανεβαίνοντας μία κλίματα, καμπυλωτή. Διαφαίνεται πως χάρη σʼ εκείνη την καμπυλότητα, για τον ιστορικό άνθρωπο, γεννήθηκε η δίδυμη αδελφή της πίστης, η αμφιβολία. Έκτοτε, ιστορικός είναι, ο αμφιβάλλων άνθρωπος. Δεν έχασε την πίστη του, αλλά «θυσίασε την αθωότητά» του. Η καμπυλότητα, είτε ενός μήλου είτε ενός καπουλιού, καταλήγει στην καμπή της. Εκεί, όπου ο άνθρωπος την βιώνει, είτε ως θυσία είτε ως ηδονή. Έτσι ή αλλιώς, και οι δύο είναι περιστάσεις. Αυτές συνθέτουν, εξάλλου, και την ανθρώπινη ιστορία.
Αν δεν είχε πίστη η ύπαρξη που νοείται ως άνθρωπος, δεν θα είχε νόημα κι ο λόγος περί ιστορίας και ιστορικού ανθρώπου. Η ιστορία είναι κληρονόμος, όσων γέννησε η πίστη, με και χωρίς την αθωότητα όλων των ανθρώπων, που …προηγήθηκαν. Η σύγχρονη (και μετα-σαρτρική)
αθεολογία, συμβαδίζει με τους (θεωρητικώς

πάσης φύσεως αδημονούντες, για κάποιο τέλος της ιστορίας. Συνεπώς,
της είναι, τουλάχιστον, αδιάφορος, και ο «ιστορικός άνθρωπος», ο αμφιβάλλων άνθρωπος. Κατʼ επέκταση, τι άλλο μπορεί να αποτελεί ακόμη και μία σύγχρονη
αθεολογία, παρά την καμπή (της ιστορίας), που γεννάει νέες αμαρτίες και νέες θρησκείες;
[FONT="][1][/FONT] (ή και το άλλο λαϊκό, « Αυτός και η ψυχή του ξέρουν…») τ.σ.