Αυτή η απόφαση μου φαίνεται υποκριτική όταν λειτουργούν νόμιμα πορνεία και strip club τα οποία επίσης θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (βάση της δικής μου ηθικής)
Και στην τελική η επικρατούσα ηθική βάση της οποίας καθορίζουμε τι είναι αξιοπρεπής και τι οχι είναι κάτι μεταβαλλόμενο και υποκειμενικό.
Ίσως με τον νάνο το σκεπτικό της απόφασης ήταν ότι έβαζε την ζωή του σε κίνδυνο , αλλά με τον σερβιτόρο δεν υπάρχει τέτοιο θέμα.
Στη Γαλλία ό,τι έχει σχέση με την πορνεία είναι παράνομο, από την απλή αγορά υπηρεσίας μέχρι τη λειτουργία πορνείου. Η Ελλάδα έχει μία από τις πιο ελαστικές πολιτικές παγκοσμίως ως προς την πορνεία.
Συμφωνώ πάντως ότι δεν είναι εύκολο θέμα, ούτε προφανής η απάντηση. Ουσιαστικά έχουμε σύγκρουση αυτονομίας και αξιοπρέπειας, η οποία προσδιορίζεται και ετερόνομα. Δηλαδή μια κανονιστική ενδοσυστημική αντίφαση, εφόσον και οι δύο αξίες είναι θεμελιώδεις, και εν προκειμένω αντιθετικές.
Γιατί μας ξενίζει τόσο που ένας άνθρωπος οριακά κολυμπάει για να φέρει το φαγητό στους αραχτούς και ζάπλουτους πελάτες; Μάλλον επειδή μας θυμίζει μια κατάσταση δουλείας. Ωστόσο, συστατικό στοιχείο της δουλείας είναι όχι η φύση της εργασίας, αλλά ακριβώς η άρση της αυτονομίας επιλογής, η οποία αυτονομία υπάρχει εδώ. Η τυχόν απαγόρευση λοιπόν της συγκεκριμένης εργασίας θα ήταν ένα καθαρά πατερναλιστικό μέτρο, που πηγαίνει ενάντια στις φιλελεύθερες αξίες. Έτσι σκέφτονται ο σερβιτόρος και ο εργοδότης.
Από την άλλη, αυτό που παραβλέπουν οι ακραία φιλελεύθεροι είναι ότι δεν υπάρχει πραγματική, ή μάλλον ολική, αυτονομία της βούλησης μέσα σε μια δικαιοκρατική κοινωνία. Αν εγώ σκοτώσω κάποιον, επειδή με παρακαλάει να το κάνω, δεν μπορώ να πω ότι είναι δικαίωμα δικό του και δικό μου βάσει της αυτονομίας της βούλησης του καθενός μας. Κάθε κοινωνία καταστρώνεται πάνω σε ορισμένες ταυτοτικές φαντασιακές αξίες, που ασφαλώς είναι ετερόνομες, εφόσον τις βρίσκουμε έτοιμες όταν γεννιόμαστε, και άρα προσπαθούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά μας πατερναλιστικά. Και αυτό, συνειδητά ή υποσυνείδητα, το αποδεχόμαστε όλοι.
Εν τέλει, καμία απάντηση δεν είναι κανονιστικά ικανοποιητική. Μπορεί να βρίσκουμε το συγκεκριμένο θέαμα απεχθές και ηθικά καταδικαστέο, αλλά όταν είναι να εμπλέξεις τη νομική στάση που πρέπει να ακολουθήσουμε, μπαίνουν στην εξίσωση πολλοί και δύσκολοι παράγοντες. Ο προβληματισμός δεν μπορεί να εξαντληθεί ούτε στο «το επέλεξα αυτόνομα και είναι δικαίωμά μου», ούτε, από την άλλη πλευρά, στο «το βρίσκω εξευτελιστικό». Πρέπει να εξηγηθεί γιατί αυτή η εργασία θίγει σε τέτοιο βαθμό τις θεμελιώδεις αξίες τις κοινωνίας, ώστε να τη φέρνει σε τέτοια ταυτοτική αντίφαση, που να καταρρέει η κοινωνικοηθική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιβολή των νόμων της.