ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΒΙΑΣΜΟΥ
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Π.Κ., “όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει
κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το
κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι γ
ια την ύπαρξη αποπείρας, απαιτείται πράξη, την οποία επιχειρεί ο δράστης με το δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος(δηλαδή λαμβάνουν χώρα οι πράξεις που περιγράφει ο νόμος ως στοιχεία που συναπαρτίζουν τη σύνθετη πράξη του βιασμού) και η οποία, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συναφείας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής.
Στο έγκλημα του βιασμού, για να υπάρχει απόπειρα, πρέπει να μην έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και αρκεί να έχει γίνει έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου, με το σκοπό εξαναγκασμού του προσώπου σε συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία, όμως, δεν πραγματώθηκε από άλλα περιστατικά, τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση, κατά την οποία ο παθών ή η παθούσα αντιστάθηκε σθεναρώς.
Για να τελεσθεί λοιπόν το
έγκλημα της
απόπειρας βιασμού θα πρέπει ο θύτης να έχει σκοπό να προβεί σε πράξεις ίσης βαρύτητας με συνουσία (δηλ διείσδυση) ή ισοδύναμης.