Φετιχισμός (γαλλικά. fetichisme από το fetiche = είδωλο, φυλακτό).
1. Η πίστη ότι ορισμένα αντικείμενα, τα φετίχ, διαθέτουν μαγική-υπερφυσική ισχύ. Εισηγητής του όρου ήταν ο ολλανδός Β. Μπόσμαν στις αρχές του 18ου αϊ. Ο γάλλος Σ. ντε Μπρος στο έργο του Η λατρεία των θεών-φετίχ (1760) ερευνά τον φετιχισμό των αρχαίων θρησκειών. Κατά τον Ε. Μπ. Τάυλορ, φετιχισμός είναι η πίστη σε πνεύματα ταυτιζόμενα προς ορισμένα υλικά αντικείμενα ή συνδεδεμένα με αυτά ή επιδρώντα μέσω αυτών. Ο διαφωτισμός* συνέδεε άμεσα τον φετιχισμό με την αμάθεια (π.χ. Χολμπάχ*). Έντονα στοιχεία φετιχισμού διατηρούνται και στις παγκόσμιες θρησκείες (εικονίσματα, "άγια λείψανα", "άγιοι τόποι" κ.λπ.).
2. Τύπος σεξουαλικής διαστροφής (άντληση ερωτικής ικανοποίησης από την επαφή ή την επίκληση αντικειμένων συνδεδεμένων με το πρόσωπο-ερωτικό αντικείμενο).
3. "Φετιχισμός του εμπορεύματος" (αγγλ. Commodity Fetishism). Έννοια του μαρξισμού*, που υιοθετήθηκε και από άλλα ρεύματα της φιλοσοφίας* και της κοινωνικής θεωρίας. Υποδηλώνει το γεγονός της κυριαρχίας των πραγμάτων-προϊόντων της εργασίας* πάνω στους ανθρώπους και την απόδοση σε αυτά υπερφυσικών - μυστηριωδών ιδιοτήτων, λόγω της πραγμοποίησης των ανθρώπων* και των κοινωνικών σχέσεων και της προσωποποίησης των πραγμάτων, σε συνθήκες κυριαρχίας των εμπορευματικών και χρηματικών σχέσεων (κεφαλαιοκρατία*). Σε αυτές τις συνθήκες, η αμεσότητα του κάθε πράγματος (εμπορεύματος) προβάλλει, κατά τον Μαρξ*, ως "αισθητή υπεραισθητή", ως ουσιώδης αμεσότητα, η ουσία εκλαμβάνεται ως άμεσα υφιστάμενη και όχι ως υπάρχουσα μέσω της εσωτερικής ενότητας αυτών ίων πραγμάτων, μέσω της κοινής γενεσιουργού υπόστασης* τους (της εργασίας*).
Έτσι η ουσία του πράγματος εκλαμβάνεται ως κάτι το εντελώς αυτοτελές και ανάγεται στις φυσικές ιδιότητες του, δηλαδή κοινωνικού-πολιτισμικού χαρακτήρα λειτουργίες εκλαμβάνονται ως φυσικές ιδιότητες του πράγματος (π.χ. η ταύτιση της αξίας του χρυσού με τις φυσικές του ιδιότητες, είτε η αναγωγή της ουσίας και της προσωπικότητας* του ανθρώπου στη διάπλαση και στην κληρονομικότητα του κ.λπ.).
Ο φετιχισμός αποτελεί γνωσιολογική πηγή για τη θρησκεία* (μυθολογία, μαγεία κ.λπ.) τον ιδεαλισμό* και τις επιστημονικές πλάνες*. Βλ. επίσης: φαινομενικότητα, ουσία και φαινόμενο.
Βιβλιογρ.: C. des Brosses, Du culte dieux fetiches, Paris, 1760.- В. Tylor, Primitive Culture, London, 1903.-I. Kon, Eififuhrung in die Sexuologie, Berlin, 1985.- Κ. Μαρξ, Те Κεφάλαιο, τομ. 1, Σ.Ε. - Β. Α. Βαζιούλιν, Η λογική του Κεφαλαίου του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1968.