Μα ποιόν να πείσουμε και για ποιό λόγο να κάνουμε και κάτι τέτοιο ; Δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Εγώ είμαι Χ.Ο. και πιστεύω πολύ (σε Θεό, Χριστό, Παναγία, Αγίους, τα πάντα όλα…). Αλλά η πίστη μου είναι κάτι που αφορά εμένα προσωπικά. Όπως και η απιστία τού άλλου αφορά εκείνον.
Για μένα, τα πάντα ξεκινάνε από το σεβασμό. Το έχω πει και το πιστεύω. Έχω δει άτομα, “εδώ μέσα”, που δεν ξέρω αν πιστεύουν ή αν πιστεύουν πολύ ή λίγο. Όπως ο
@Ουριήλ, π.χ. (συγγνώμη, αν σε φέρνω σαν παράδειγμα…). Που το παλικάρι θα ρωτήσει αυτά που το απαχολούν, θα διατυπώσει και τις αντιρρήσεις/αμφιβολίες/ανησυχίες του, αλλά ό,τι πει θα το πει με κόσμιο τρόπο, χωρίς προσβολές, ειρωνείες, και το κυριότερο ; χωρίς καμία πρόθεση “να παγιδεύσει», με τον άλλον ή τον άλλον τρόπo.
Αν δεν υπάρχει, έστω, ένα κοινό σημείο (
“θα σεβαστώ ότι δεν πιστεύεις, αρκεί να σεβαστείς ότι εγώ πιστεύω”…), διάλογος δεν μπορεί να γίνει. Οπότε, εφόσον δεν μπορεί να γίνει, κατά την άποψή μου, δεν έχει κανένα νόημα οποιαδήποτε συζήτηση. Γιατί θα καταλήξει «σούπα, μούπες»…
«Βλέπεις», λοιπόν, τον άλλον. «Κόβεις» πότε μπορεί να συνεχιστεί μια συζήτηση μαζί του πάνω σ΄ αυτό το θέμα (αλλά και γενικότερα…), και πότε όχι…
Έχω δει τον Πέτρο π.χ., να μιλάει για τον π. Λίβυο ή τον π. Φιλόθεο Φάρο. Που ξέρω ότι δεν πιστεύει. Κι όμως…βρήκε κάτι που του άρεσε στα λόγια τους. Και είπαμε δυο κουβέντες, πάνω σ΄ αυτό.
Εξαρτάται κι απ΄ το συνομιλητή, λοιπόν. Αν η μόνη του έννοια είναι να καταλήγει, κάθε φορά, στο συμπέρασμα
«Χριστιανοί, γουρούνια, δολοφόνοι...», τί να πούμε, ακριβώς, από εκεί και πέρα ;