Ας δούμε τι είπαν Έλληνες σοφοί της αρχαιότητας σχετικά με την θρησκεία της εποχής τους.
Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) αρνήθηκε την αρχαιοελληνική θρησκεία της εποχής του και διακήρυξε: “Είς Θεός, εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα”. Όμως “πάντα θεοίσ’ ανέθηκαν Όμηρος θ’ Ησίοδος τε.. όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχε΄θειν τε και αλλήλους απατεύειν” (Ξενοφ. Απ., 11)! Θεωρούσε τους θεούς δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας, που δεν άρμοζαν στην θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιο με όσους λένε ότι οι θεοί πεθαίνουν.
Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε “εξαγνισμόν από τα είδωλα” και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ. 5, Diels). Συνέλαβε την έννοια ενός Θεού, υποστηρίζοντας πως “Εν πάντα.. εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.. ταυτό τε ζών και τεθνηκός και εκγρηγορός και καυθέδον και νέον και γηραιόν.. αγαθόν και κακόν –εν και ταυτόν-” (Β’ 50, 10, 88, 58). Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν (Α 16). Υποστήριζε πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδραση στη ήθη των ανθρώπων. Ακόμα στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και Θεού (Απόσπ. 88 ) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ. λπ.)
Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) είπε πως το θείον είναι “αθάνατο και ανόλεθρον”, “περιέχει δε άπαντα και πάντα κυβερνά” (Αριστ., Μεταφ. 203Β).
Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β’ 134).
Ο Παρμενίδης (5ος αι. π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο, το οποίο, όπως είπε, είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη αντίληψη. Το θείον είναι “ατεμνές” και “ακίνητον” (Β’ 23, 24, 26).
Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) είπε ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, δεν είναι θεοί, όπως έλεγε η ειδωλολατρική θρησκεία, αλλά πύρινες υλικές μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει οι Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Θαλής, Λεύκιππος και Δημόκριτος.
Ο Μητρόδωρος (5ος αι. π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως “οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν” (P. Derchame, “Ελληνική Μυθολογία” τομ. Α’, σελ. 286).
Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια την απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του. Γι’ αυτό φανατικοί Αθηναίοι αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ.Η.Ε., τομ. 10, 692).
Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δε δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς και στηλίτευσε την ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις μαντείες από τους Δελφούς (P. Dech. ό.π.).
Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την ειδωλολατρία, διότι θεωρούσε τους θεούς “ανέμους, ύδωρ, γην, ήλιον, πυρ, αστέρες” (Στοβ. Ανθ. 91, 92).
Ο Πίνδαρος (522-446 π.Χ.) στα περίφημα ποιήματά του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που πρόσβαλλαν το θείο, (Πινδ. Ολυμπ. Θ’ 35 και P. Dech. ό.π., σελ. 7) και δεν έκρυβε τις μονοθεΐζουσες ιδέες του (Θ.Η.Ε., τομ. 10, 393).
Ο Πρόδικος (5ος αι. π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεώρησαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους (ήλιος, σελήνη, ποτάμια, πηγές, ζώα κ.λπ.) (Ξενοφ. Απομν. 11,3).
Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε τη θρησκεία της εποχής του διότι οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι (Cicero de Nat. Deor. I, II, 13).
Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ.Η.Ε., τομ. 6, 415).
Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις διηγήσεις των ποιητών για τους θεούς “αοιδών δυστήνους λόγους” (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως “ει οι θεοί εισί κακοί ουκ εισί θεοί” (Ευρ. Βαλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στη Μακεδονία!
Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα μιλούσε για Θεό, ενώ πολύ σπάνια μιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως “έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων”.
Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο απόν την “Πολιτεία” του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοι μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368A-383C). Αρνήθηκε ουσιαστικά την αρχαιοελληνική θρησκεία και προσηλώθηκε στη δική του ιδεατή θεότητα, το “Όντως Όν” (Νομ. IV 716e, Πολ. 613Β, Νομ. Δ’ 713e).
Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως “το πρώτον κινούν ακίνητον”, ως “Νόησιν Νοήσεως” και ως “Ζώον αΐδιον άριστον” (Μεταφ. 1072, Β΄29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μια υπερβατική αρχή. Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: “ουκ πολυκοιρανίη εις κοίρανος” (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις πεποιθήσεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας για τους θεούς, και γι’ αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό.
Οι Στωικοί φιλόσοφοι, ακολουθώντας τη διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα Θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Αθήνα 1977, σελ. 304).
Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και (όπως αναφέραμε) οι στωικοί φιλόσοφοι.
Ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία, η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της παλαιάς αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν.
Μια σειρά από Έλληνες της αρχαιότητας, είδαν το προφανές!
Πιστεύαν στο Έν και ότι το 12θεο ήταν οι εκφράσεις του Ενός ( του Διός Υψίστου )
Πιστεύαν στο Έν κι αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι αυτό το Εν είναι ο Γιαχβέ ή Ιησούς και ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν ψεύτικη όπως θέλουν οι εβραιοχριστιανοί!
Για να μην παραθέσω και τον επίκουρο... για διαβάστε τον λίγο.
ΥΓ. Για τις λιτανείες.. Οι λιτανείες είναι πανάρχαιο έθιμο και οι λειτουργίες, ακόμη και ο αγιασμός των υδάτων (θεοφάνεια ) αντιγραφή είναι απο το άγαλμα της Θεάς Αθηνάς που το πήγαιναν (για πλύσιμο λένε τα σχολικά βιβλία) στη θάλασσα κάθε χρόνο... αγιασμό των υδάτων κάνανε οι άνθρωποι, αλλά το εβραιοχριστιανικό ιερατείο μας έχει διαστρέψει τα πάντα, ελέγχοντας πλήρως την εκπαίδευση του ΝεοΕλληνα κακόμοιρου που τον κάνανε ταλιμπάν έναντι των Προγόνων του..